Κυρίες και κύριοι,
Αγαπητές φίλες και φίλοι,
Είναι ιδιαίτερη χαρά μου να βρίσκομαι σήμερα μαζί σας και θέλω να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση, για την ευκαιρία που μου δίνετε, να σας απευθύνω κάποιες σκέψεις για την τρέχουσα κατάσταση της οικονομίας και για το σχέδιο της Νέας Δημοκρατίας για την έξοδο από την κρίση. Νιώθω υποχρέωση, ξεκινώντας την ομιλία μου, να σας συγχαρώ για την επιχειρηματική σας δραστηριότητα σε ένα πραγματικά δύσκολο επιχειρηματικό περιβάλλον. Ξέρω πολύ καλά πόσο δύσκολο είναι να δραστηριοποιείται κανείς επιχειρηματικά στην Ελλάδα του σήμερα. Στην Ελλάδα της γραφειοκρατίας, των υψηλών, εξοντωτικών εισφορών, της εξαντλητικής φορολογίας. Στην Ελλάδα που ακόμα δεν έχει ανακτήσει την εμπιστοσύνη των αγορών, αλλά, δυστυχώς, φαίνεται να έχει χάσει την εμπιστοσύνη των ίδιων των πολιτών.
Παρακολούθησα με πολύ ενδιαφέρον τις αναφορές τις οποίες κάνατε, κ. Πρόεδρε, στον Δαρβίνο. Και πράγματι, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι οι εταιρείες που κατάφεραν και επιβίωσαν αυτής της οικονομικής κρίσης, επέδειξαν εντυπωσιακή προσαρμοστικότητα, ευελιξία και βρίσκουν νέους τρόπους για να αντιμετωπίσουν πολύ μεγάλα προβλήματα. Και υπό κανονικές συνθήκες, θα πρέπει να είναι πολύ καλά τοποθετημένες για να εκμεταλλευτούν τη διαφαινόμενη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.
Το πρόβλημα, όμως, σήμερα, φίλες και φίλοι, είναι ότι αυτή η πολυ-διαφημιζόμενη ανάπτυξη δεν φαίνεται να έρχεται, τουλάχιστον με την ταχύτητα την οποία θα επιθυμούσαμε. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, το οποίο εντοπίζω σήμερα στην ελληνική κοινωνία είναι αυτή η αίσθηση απαισιοδοξίας, η οποία φαίνεται να έχει κυριεύσει την συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών. Θυμίζω ότι, σε όλες τις πρόσφατες μετρήσεις, 9 στους 10 Έλληνες πολίτες μας λένε ότι τα πράγματα πηγαίνουν στην λάθος κατεύθυνση. Υπάρχει η αίσθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει, τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Υπάρχει μια συλλογική κατάθλιψη, που οδηγεί στην παραίτηση από κάθε φιλοδοξία. Και που αποστερεί, τελικά, από την ελληνική κοινωνία το σφρίγος και τη δημιουργικότητα των ιδίων των Ελλήνων πολιτών. Αυτό είναι το πρώτο που πρέπει να αλλάξουμε. Την ψυχολογία των πολιτών. Θα έλεγα ότι εσείς που είστε σε μια αγορά καταναλωτικών προϊόντων, γνωρίζετε πάρα πολύ καλά πόσο ευαίσθητη είναι η δική σας αγορά σε αυτό το οποίο αποκαλούμε «μαζική ψυχολογία», στις προσδοκίες, στην αίσθηση ότι τα πράγματα μπορεί να πάνε καλύτερα ή χειρότερα. Αυτό το οποίο πρέπει να κάνουμε, λοιπόν, πρωτίστως εμείς, ως πολιτικό σύστημα, αλλά - τολμώ να πω - κι εσείς, ως επιχειρηματίες, είναι να δείξουμε και να πείσουμε ότι η Ελλάδα μπορεί να σταθεί και πάλι στα πόδια της, ότι η οικονομία μπορεί να πάρει και πάλι μπρος, μετά από 7 χρόνια ύφεσης, και ότι οι Έλληνες μπορούν να κοιτάζουν ξανά το μέλλον, με αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία.
Κυρίες και κύριοι,
Έχουν ειπωθεί πολλά πράγματα, τα τελευταία χρόνια, για την ελληνική κρίση. Για το πως θα την υπερβούμε, γιατί μείναμε πίσω, για το τι πρέπει να γίνει σήμερα. Είχα την ευκαιρία να βρεθώ, την Παρασκευή, στο οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, σε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με έναν διακεκριμένο Άγγλο ιστορικό, ο οποίος μου έκανε την ίδια ερώτηση που μου κάνουν μονότονα παρατηρητές από το εξωτερικό. Γιατί είμαστε η μόνη χώρα, η οποία είναι ακόμα σε πρόγραμμα; Γιατί στην Ελλάδα χρειαστήκαμε τρία προγράμματα - με ένα τέταρτο να μην έχει αποκλειστεί - όταν χώρες, όπως η Κύπρος, η Πορτογαλία η Ιρλανδία, χρειάστηκαν μόλις ένα πρόγραμμα και κατάφεραν, εντός της χρονικής περιόδου αυτού του ενός προγράμματος, να υπερβούν τη δική τους κρίση και, μάλιστα, κάποιες να παρουσιάσουν και μια εντυπωσιακή οικονομική ανάκαμψη; Θυμίζω ότι η Ιρλανδία αναπτύχθηκε το περασμένο έτος με ρυθμούς, οι οποίοι πλησίαζαν το 7%. Γιατί, λοιπόν, στην Ελλάδα δεν καταφέραμε να κάνουμε αυτό το οποίο άλλοι λαοί έκαναν;
Νομίζω ότι, με τον τρόπο του, ο Πρόεδρος, στον πολύ εύστοχο, σύντομο χαιρετισμό του, έδωσε την απάντηση. Και αναρωτιέμαι αν εμείς οι ίδιοι έχουμε συνειδητοποιήσει όλες τις πτυχές του ελληνικού προβλήματος. Αν έχουμε πραγματικά αντιληφθεί ότι η κρίση έφερε τα Μνημόνια και όχι τα Μνημόνια την κρίση. Αν έχουμε εμείς οι ίδιοι επενδύσει σε αυτήν την τόσο απαραίτητη συλλογική αυτογνωσίας, για να αντιληφθούμε τα πραγματικά αίτια του προβλήματος. Ίσως, κάποια πράγματα να έχουν αλλάξει.
Με ενδιαφέρον είδα σε μια πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύθηκε σε κυριακάτικη εφημερίδα ότι το 65% των Ελλήνων πολιτών πιστεύουν ότι, πρώτα απ’ όλα, για την κρίση φταίμε εμείς οι ίδιοι. Αυτό είναι σημαντικό να το αναγνωρίσουμε, γιατί στο επίκεντρο κάθε βαθιάς λαϊκίστικης λογικής - που συχνά κυριάρχησαν αυτές οι λογικές στη χώρα μας - είναι η αίσθηση ότι πάντα κάποιος άλλος φταίει.
Φταίνε και οι άλλοι. Αλλά πρέπει, πάνω απ’ όλα, να κοιταχτούμε εμείς οι ίδιοι στον καθρέφτη για να δούμε τι κάναμε λάθος, για να μπορούμε να το διορθώσουμε. Γιατί δεν έχουμε πια χώρο, ούτε για αυταπάτες, ούτε πολύ περισσότερο για πολιτικές απάτες. Διότι αυτές τις πληρώσαμε ακριβά. Η πραγματικότητα είναι ότι η Ελλάδα είναι, σήμερα, σε χειρότερη κατάσταση από ό,τι βρισκόταν πριν από 2 χρόνια. Και ακριβώς επειδή επιτρέψαμε σε πολιτικές απάτες που βαφτίστηκαν αυταπάτες, να εκτροχιάσουν τη χώρα.
Και δυστυχώς, δεν χάσαμε μόνο δυο χρόνια. Χάσαμε πολύ περισσότερα. Γιατί ανακόπηκε μια θετική δυναμική η οποία υπήρχε το 2014. Δεν ήμουν παρών στην αντίστοιχη εκδήλωση την οποία κάνατε, αλλά φαντάζομαι ότι, όταν κάνατε τον δικό σας εσωτερικό απολογισμό για το τι γινόταν το 2014, θα μεταφέρατε και εσείς τα μηνύματα ότι υπήρχε μια δυναμική μικρής ανάπτυξης στην οικονομία. Ότι φαινόταν κάποιο φως στην άκρη του τούνελ και ότι τα πράγματα μας έδιναν τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουμε το μέλλον με μια σχετική αισιοδοξία. Δυστυχώς, όλα αυτά πήγαν πίσω.
Δε θα σταθώ στο μέγεθος της οικονομικής ζημιάς η οποία έγινε αυτά τα τελευταία 2 χρόνια. Σκεφτείτε εσείς οι ίδιοι, μέσα από την οπτική γωνία του δικού σας ισολογισμού, που θα ήταν οι δικές σας εταιρίες εάν η ελληνική οικονομία ακολουθούσε την πορεία η οποία είχε προδιαγραφεί στο τέλος του 2014. Ανάπτυξη δηλαδή 2,7% με 3,5% για το 2015 - 2016. Πόσο περισσότερα κέρδη θα είχατε. Πόσες περισσότερες επενδύσεις θα είχατε κάνει. Πόσα περισσότερα νέα προϊόντα θα είχατε προωθήσει στην αγορά. Πόσους περισσότερους εργαζόμενους θα είχατε προσλάβει. Τα λάθη, λοιπόν, είναι λίγο πολύ γνωστά. Και λάθη έγιναν από όλες τις μεριές. Λάθη δεν έκανε μόνο η ελληνική μεριά. Και αυτό είναι κάτι το οποίο θέλω να το τονίσω.
Λάθη έκαναν, δυστυχώς, και οι δανειστές μας. Οι οποίοι πολλές φορές ήταν «ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στο αλεύρι». Δυστυχώς, αν δεν υπέκυψαν, ανέχτηκαν, όμως, το δρόμο της υπερφορολόγησης, αντί του δρόμου της περικοπής των δαπανών. Το δημοσιονομικό μείγμα το οποίο επέλεξε η Κυβέρνηση το ενέκριναν οι πιστωτές μας. Μα, θα μου πείτε, το πρόγραμμα θέτει στόχους. Και η ελληνική Κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για να καθορίσει το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής. Ναι, αλλά το μείγμα αυτό ήταν λάθος μείγμα. Και τα αποτελέσματα τα βλέπουμε τώρα. Και θα σας έλεγα ότι και οι πιστωτές μας ανέχθηκαν, με μια σχετική άνεση, το γεγονός ότι σημαντικές μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες οι οποίες υλοποιήθηκαν από την προηγούμενη Κυβέρνηση, δυστυχώς ανετράπησαν από τη σημερινή Κυβέρνηση. Με μεγάλο κόστος για μια σειρά από τομείς, όπως η Δημόσια Διοίκηση, η Δικαιοσύνη ή η Παιδεία.
Τώρα ως προς τα δικά μας λάθη αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά, αλλά θα σας έλεγα ότι το μεγαλύτερο λάθος είναι αυτή η λογική της καθυστέρησης, της αμφιθυμίας, του υπολογισμού του πολιτικού κόστους. Λάθη τα οποία απορρέουν πρωτίστως από την αδυναμία της σημερινής Κυβέρνησης να αποκτήσει αυτό το οποίο αποκαλούμε την ιδιοκτησία του προγράμματος. Να αγωνιστεί, δηλαδή, να πείσει τους πολίτες ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο τρίτο πρόγραμμα είναι επιβεβλημένες, όχι διότι κάποιος μας τις υποδεικνύει από το εξωτερικό, αλλά διότι είναι αναγκαία προϋπόθεση για να αποκτήσουμε μια ανταγωνιστική οικονομία και μια λειτουργική Δημόσια Διοίκηση.
Φτάσαμε - όπως ξέρετε, το βιώσατε πολύ καλά το καλοκαίρι του ’15 - στο χείλος του γκρεμού, αποφύγαμε - και θέλω να το επαναλάβω αυτό και σε εσάς - την καταστροφή χάρη στην υπεύθυνη στάση όλης της Αντιπολίτευσης. Πρωτίστως της Νέας Δημοκρατίας, η οποία με πολιτικό κόστος ψήφισε το τρίτο πρόγραμμα. Και δεν μπορώ να μην πω ότι είναι τουλάχιστον οξύμωρο, σήμερα να μας κάνουν μαθήματα υπευθυνότητας αυτοί που, όταν ήταν αντιπολίτευση, έλεγαν όχι σε όλα και έγιναν Κυβέρνηση μέσα σε ένα παραλήρημα ψεμάτων και λαϊκισμού. Εκείνοι που το καλοκαίρι του 2015, έφτασαν πάρα πολύ κοντά στο να οδηγήσουν τη χώρα στην απόλυτη καταστροφή. Και ενώ πιστεύαμε ότι αυτή η περιπέτεια του 2015 θα έκανε την Κυβέρνηση πιο ώριμη, ώστε να μπει σε ένα σωστό δρόμο, έστω και με κάποια σημαντική καθυστέρηση και ένα σημαντικό κόστος, δυστυχώς ξεκινήσαμε πάλι μία από τα ίδια. Καθυστερήσεις, διαχειριστική ανικανότητα, μπρος - πίσω, ένα συνεχές κρυφτούλι για πολιτικούς λόγους.
Η πρώτη αξιολόγηση έκλεισε - όπως γνωρίζετε - με ένα χρόνο καθυστέρηση. Ποιο ήταν το αντίτιμο για αυτήν την καθυστέρηση; Μας φορτώθηκε το ασφαλιστικό Κατρούγκαλου, με τις τεράστιες ανεπάρκειές του, και το οποίο τώρα ξηλώνεται στην πορεία του. Μας φορτώθηκε το Υπερταμείο δημόσιας περιουσίας στο οποίο εκχωρήσαμε το σύνολο της περιουσίας μας για 99 χρόνια.
Και η δεύτερη αξιολόγηση, θυμίζω, δεν θα κουραστώ να το λέω, έπρεπε και αυτή να είχε ολοκληρωθεί πριν από ακριβώς ένα χρόνο. Τον Φεβρουάριο του 2016. Και γνωρίζουμε, ότι όσο καθυστερούμε, το κόστος μεγαλώνει. Το τίμημα της αναξιοπιστίας της Κυβέρνησης είναι να ζητούνται από τους πιστωτές μας, πράγματι υπερβολικά δημοσιονομικά μέτρα. Μέτρα όμως τα οποία θέλω να σας θυμίσω πριν από 4-5 μήνες κανείς δεν τα ζητούσε. Και ακριβώς αυτή η καθυστέρηση και η αύξηση του λογαριασμού άλλαξε πάλι το κλίμα. Και νομίζω και εσείς είστε οι πρώτοι που αυτό θα το πιστοποιήσετε.
Έχει αποσταθεροποιηθεί, δυστυχώς, η κατάσταση τους τελευταίους μήνες. Είχαμε σημαντικές εκροές καταθέσεων από τις τράπεζες, 1,7 δις ευρώ μόνο τον Ιανουάριο. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε στις 67,8 μονάδες από τις αρχές του έτους, και εσείς το γνωρίζετε πολύ καλά αυτό. Διότι, είστε πολύ ευαίσθητοι στην έννοια της καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Δείκτης παραγγελιών P.M.I. υποχώρησε στο 48,3 τον Ιανουάριο, χειρότερη επίδοση των τελευταίων 12 μηνών. Αλλά το σημαντικότερο απ’ όλα είναι η άνοδος της ανεργίας. 30.000 άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους μόνο τον Ιανουάριο. Αυτή είναι μια εξέλιξη πραγματικά σοκαριστική.
Και τα επιτόκια της χώρας, τα οποία είναι και ο τελικός δείκτης της αξιοπιστίας των ομολόγων της Ελληνικής Δημοκρατίας, στις διεθνείς αγορές, έχουν πάρει πάλι την ανηφόρα. Βρισκόμαστε περίπου εκεί που δανείζεται το Πακιστάν σήμερα. Και δυστυχώς, όλα τα χρονοδιαγράμματα πέφτουν έξω. Ο κ. Τσίπρας μας έλεγε το φθινόπωρο ότι οι άμεσοι στόχοι ήταν δύο: Κλείσιμο αξιολόγησης τον Δεκέμβριο και ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση τον Μάρτιο. Το συντομότερο δυνατόν. Από το «αν αργήσουμε, καήκαμε», πήγαμε στο «δεν πειράζει και αν δεν το πετύχουμε». Εμείς ευχόμαστε να τα καταφέρουν, αλλά, δυστυχώς, οι δικές μας ευχές δεν είναι αρκετές.
Και προς επίρρωση όλων των παραπάνω, ήρθε, δυστυχώς, και η σημερινή ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ για τα στοιχεία της ύφεσης το τελευταίο τρίμηνο του 2016. Προσέξτε, το χειρότερο τρίμηνο από το 1998. Την ώρα που ο ίδιος ο πρωθυπουργός έβγαζε διαγγέλματα για την επιστροφή της χώρας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, τα ίδια τα στοιχεία τον διέψευδαν.
Αποδεικνύοντας έτσι ότι αυτά τα οποία λέμε εμείς δεν είναι καταστροφολογία. Είναι μια ακριβής αποτύπωση της πραγματικότητας της αγοράς, όπως εμείς, αλλά και εσείς ως επιχειρηματίες, την αντιλαμβανόμαστε. Ήμασταν, λοιπόν, σε ύφεση και το 2016. Ήμασταν σε ύφεση και το 2015. Και όσο αυτή η αβεβαιότητα παραμένει, τόσο η οικονομία θα αποσταθεροποιείται ολοένα και περισσότερο. Το ερώτημα, λοιπόν είναι, πως μπορεί να αλλάξει αυτή η ψυχολογία; Πώς θα καταναλώσουν οι πολίτες; Πώς θα επενδύσουν οι επιχειρηματίες;
Και δυστυχώς, η πραγματικότητα είναι ότι και σήμερα που μιλάμε, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Ούτε το πώς, ούτε το πότε - τολμώ να πω - ούτε και αν, και με ποιους όρους θα κλείσει η αξιολόγηση. Και αυτή η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα πλήττει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Ένα πράγμα είναι βέβαιο. Θα έχουμε μείωση στο αφορολόγητο και μειώσεις συντάξεων. Αυτό είναι βέβαιο. Όπως, επίσης, είναι βέβαιο ότι, δυστυχώς, η Κυβέρνηση έχει δεσμευθεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για αρκετά χρόνια μετά το 2018. Ναρκοθετώντας στην ουσία τη δυνατότητα της χώρας να εφαρμόσει μια διαφορετική δημοσιονομική πολιτική, ένα διαφορετικό μείγμα πολιτικής, το οποίο θα επιτρέψει στην οικονομία να διεκδικήσει λίγο περισσότερο δημοσιονομικό αέρα.
Ταυτόχρονα, όσο καθυστερούμε, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος στα μέσα του 2018 να βρεθούμε αντιμέτωποι με ένα τέταρτο πρόγραμμα. Διότι όταν λήξει το πρόγραμμα, δύο πράγματα μπορεί να συμβούν. Ή θα είμαστε σε θέση, ως χώρα, να έχουμε ανακτήσει την αξιοπιστία μας, να έχουμε εδώ και αρκετό καιρό μπει στο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης, να έχουμε κάνει κάποιες δοκιμαστικές εκδόσεις στις αγορές, ώστε να μπορούμε να δανειστούμε όπως όλα τα κανονικά κράτη από τις αγορές ή θα αναγκαστούμε να διεκδικήσουμε νέα χρηματοδότηση από τους εταίρους, εφόσον αυτοί είναι διαθέσιμοι. Και εφόσον υπάρχει διάθεση από τους εταίρους μας να μας προσφέρουν σε εκείνη τη χρονική συγκυρία, ένα νέο πρόγραμμα.
Η Κυβέρνηση, λοιπόν, με την καθυστέρηση και μόνο, μας οδηγεί σε ένα τέταρτο Μνημόνιο από την πίσω πόρτα. Χωρίς μάλιστα καν να έχει εξασφαλίσει σήμερα πρόσθετη χρηματοδότηση. Και, δυστυχώς, με αυτόν τον τρόπο εγκλωβιζόμαστε σε μια νέα περιπέτεια και σε ακόμα χειρότερες επιλογές. Αυτό, δυστυχώς, είναι το αδιέξοδο στο οποίο μας έχει εγκλωβίσει σήμερα η Κυβέρνηση.
Και γι’ αυτό και επιμένουμε ως Νέα Δημοκρατία στην ανάγκη πολιτικής αλλαγής. Πολιτική αλλαγή μέσα από εκλογές, για εμάς δεν είναι ένας κομματικός στόχος. Είναι εθνική αναγκαιότητα. Δεν είμαστε εμείς που βιαζόμαστε. Η χώρα είναι αυτή η οποία βιάζεται. Ο χρόνος και η κατάσταση της πατρίδας μας πιέζουν εξελίξεις. Ξέρετε, για εμάς θα ήταν ενδεχομένως πιο εύκολο – έχω δεχθεί και τέτοιες εισηγήσεις - να περιμένουμε στην άκρη βλέποντας την Κυβέρνηση να φθείρεται και να περιμένουμε απλώς τη σειρά μας. Να ακολουθήσουμε τη λογική του ώριμου φρούτου, όπως είναι γνωστή στην πολιτική. Επιτρέψετε μου όμως να σας πω ότι αυτό κατά την άποψή μου, δεν θα συνιστούσε εθνικά υπεύθυνη στάση. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν κατώτερη των περιστάσεων και αυτό δεν αρμόζει στην ιστορία της μεγάλης παράταξης που έχω την τιμή να ηγούμαι.
Ο χρόνος πιέζει. Αν δεν δείξουμε ως χώρα, άμεσα αντανακλαστικά αντίδρασης και αναπτυξιακής δυναμικής, τότε θα μείνουμε για καιρό ακόμα εγκλωβισμένοι σε μια κατάσταση που κανένας δεν επιθυμεί. Η Ελλάδα πρέπει να ανακτήσει αυτοπεποίθηση, αισιοδοξία, δυναμική, σφρίγος. Και μπορούμε να το πετύχουμε.
Γιατί, παρά τη συνολική αίσθηση κατάθλιψης, πιστεύω βαθιά ότι αρχίζει να διαμορφώνεται στην ελληνική κοινωνία μια σιωπηλή πλειοψηφία που ζητά να μπει ένα τέλος σε αυτόν τον κατήφορο. Μία πλειοψηφία η οποία έχει κάνει βήματα στην κατεύθυνση της συλλογικής αυτογνωσίας, για την οποία μιλήσαμε πριν. Αλλά, κυρίως, μια πλειοψηφία η οποία πια καθαρά μας λέει ότι θέλω λιγότερο Δημόσιο, θέλω μικρότερο Δημόσιο, θέλω λιγότερους φόρους και πιστεύω ότι η λύση στην κρίση δεν θα έρθει μέσα από δημόσιες δαπάνες και προσλήψεις στο Δημόσιο. Θα έρθει μέσα από την επιχειρηματικότητα και τις ιδιωτικές επενδύσεις. Και συγχαρητήρια πρόεδρε, που είχες το θάρρος δημόσια να μιλήσεις για το επιχειρηματικό κέρδος. Διότι το κέρδος, δυστυχώς, στη χώρα μας, για πάρα πολλά χρόνια, για δεκαετίες, ήταν μια έννοια, η οποία ήταν περίπου ποινικοποιημένη.
Η ανάπτυξη θα έρθει μέσα από ιδιωτικές επενδύσεις. Όχι μόνο μεγάλες, σωστά το επισημάνατε, αλλά μικρές και μεσαίες. Θα έρθει όταν ο μικρός επιχειρηματίας αισθανθεί ότι πατάει σίγουρα στα πόδια του για να κάνει μια επένδυση, να αναβαθμίσει το μαγαζί του, να προσλάβει δύο υπαλλήλους παραπάνω. Αυτό είναι το βασικό κλειδί να μπορέσουμε να μπούμε σε μια αναπτυξιακή τροχιά. Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στην ελληνική επιχειρηματική κοινότητα. Γιατί, όπως σας είπα και πριν, περάσατε μέσα από σαράντα κύματα και επιδείξατε πολύ μεγάλη προσαρμοστικότητα. Και μάλιστα αναπτύσσεται στην Ελλάδα, ένα κύμα νέας επιχειρηματικότητας, το οποίο δεν το είχαμε δει, τουλάχιστον σε αυτήν την ένταση, πριν από την κρίση. Ίσως πριν από 10 χρόνια για έναν νέο άνθρωπο, η ευκολότερη διέξοδος θα ήταν να βρει μια δουλειά στο Δημόσιο. Το Δημόσιο πλήρωνε καλά, έβγαινες νωρίτερα σε σύνταξη, δούλευες λιγότερο. Τα κίνητρα οδηγούσαν τους νέους ανθρώπους σε αυτήν την κατεύθυνση. Αυτό έχει αλλάξει ως αποτέλεσμα της κρίσης. Περισσότεροι άνθρωποι στρέφονται προς την επιχειρηματικότητα και αυτό είναι πάρα πολύ θετικό. Και αυτό είναι κάτι το οποίο πρέπει να αξιοποιήσουμε.
Και πάνω σε αυτήν τη βασική λογική στηρίζεται και το δικό μας σχέδιο. Εμείς είμαστε διαφορετικοί από τον ΣΥΡΙΖΑ διότι πιστεύουμε ότι έχουμε τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο το οποίο θα μπορεί να προσελκύσει και να επιτρέψει σε επενδύσεις. Όχι απλά για να έρθουν στην Ελλάδα, αλλά για να μπορέσουν να παράγουν και τα κέρδη τα οποία χρειάζεται για να δημιουργήσουν τις θέσεις απασχόλησης που είναι απαραίτητες και για να μπορέσει να βγει η χώρα από αυτό το αδιέξοδο. Για αυτό και εμείς μιλάμε για ένα συνολικό σχέδιο, μεταρρυθμιστικό, ελληνικής ιδιοκτησίας, το οποίο θα πηγαίνει πέρα και πάνω από το υφιστάμενο πρόγραμμα. Δεν θα συμβιβάζεται μόνο με τις μεταρρυθμίσεις οι οποίες υπάρχουν στο πρόγραμμα. Θα είναι πολύ επιθετικό, πολύ πιο εμπροσθοβαρές και στον πυρήνα του θα έχει τη λογική της απελευθέρωσης της επιχειρηματικότητας από τα δεσμά του Κράτους, με ένα συνολικό πλαίσιο παρεμβάσεων που θα κάνει την Ελλάδα να είναι μια χώρα φιλική προς τις επενδύσεις. Αυτό χρειάζεται σήμερα η χώρα. Δεν χρειάζεται, πανάκριβα δάνεια -από την Παγκόσμια Τράπεζα - για να δημιουργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ ένα νέο κομματικό στρατό. Είμαστε μια χώρα που - υπό προϋποθέσεις - μπορεί να μεγαλουργήσει. Πιστεύω ακράδαντα ότι δεν χρειάζεται πάρα πολλά για να πάρει μπροστά, αλλά χρειάζεται σίγουρα μια διαφορετική φιλοσοφία από αυτήν την οποία βλέπουμε.
Χρειάζεται λιγότερους φόρους. Χρειάζεται ένα σταθερό φορολογικό σύστημα. Χωρίς αιφνιδιασμούς. Ένα φορολογικό σύστημα το οποίο θα επιβραβεύει, μάλιστα, τις επενδύσεις, ειδικά τις παραγωγικές επενδύσεις, εκεί δηλαδή που πονάμε. Χρειάζεται ένα μικρότερο και καλύτερο Κράτος. Και αυτό είναι κάτι για το οποίο έχω πάρα πολλές σκέψεις, καθώς έχω διαχειριστεί αυτό το χαρτοφυλάκιο. Χρειάζεται εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος και πρόσβαση σε πραγματική ρευστότητα. Διότι, δυστυχώς, σήμερα το τραπεζικό σύστημα είναι ένα σύστημα το οποίο είναι κολλημένο υπό το βάρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Και κυρίως χρειάζεται μια αίσθηση συνολικής ασφάλειας, ότι μια σοβαρή και στιβαρή Κυβέρνηση έχει σχέδιο και ξέρει να οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση.
Για μας η μείωση των φόρων είναι κεντρική πολιτική επιλογή. Κεντρική πολιτική επιλογή για να μπορέσουν να ανασάνουν τα νοικοκυριά, για να ανασάνουν και οι επιχειρήσεις. Εκτός από τη μείωση του ΕΝΦΙΑ, έχω δεσμευθεί σε μείωση του φόρου των επιχειρήσεων από 29% σε 20%, εντός 2 ετών και μείωση των μερισμάτων από το 15% στο 5%. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι υπάρχουν και περιθώρια για δημοσιονομικά ισοδύναμα περικοπών δαπανών. Και σήμερα ακόμα που μιλάμε μην έχετε καμία αμφιβολία, ότι και σε αυτό το Κράτος, στο οποίο έχουν γίνει σημαντικές περικοπές, υπάρχουν ακόμα σημαντικές σπατάλες και σημαντικά περιθώρια εξοικονόμησης δαπανών. Και βέβαια, δεσμευόμαστε ότι και το ζήτημα των ασφαλιστικών εισφορών θα το δούμε στο πλαίσιο μιας συνολικής μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος, γιατί αναγνωρίζουμε πλήρως ότι αυτήν τη στιγμή οι ασφαλιστικές εισφορές – έτσι όπως τουλάχιστον έχουν δομηθεί από την Κυβέρνηση – συνιστούν μια διπλή φορολογία, που καθιστά τη συνολική επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας δυσβάσταχτη για τις επιχειρήσεις.
Το ζήτημα της ρευστότητας, είναι για εμάς κομβικής σημασίας. Έχουμε καταθέσει μια ολοκληρωμένη πρόταση για τη ρύθμιση των κόκκινων δανείων, την οποία ονομάζουμε «δεύτερη ευκαιρία», ώστε να αποκατασταθεί η ρευστότητα στην αγορά και να μπορέσουν, αυτοί οι οποίοι έπεσαν, όχι όλοι, αλλά αυτοί οι οποίοι μπορούν να σηκωθούν, να μπορέσουν να ξανασηκωθούν και να διεκδικήσουν πάλι τη δυνατότητα σε μια υγιή επιχειρηματική δραστηριότητα.
Χωρίς ένα υγιές τραπεζικό σύστημα, το οποίο να μπορεί να υποστηρίξει καταναλωτές, αλλά πρωτίστως επιχειρήσεις, καμία οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί. Και επιτρέψτε μου εδώ να πω, το σχέδιο της Κυβέρνησης για τον περιβόητο εξωδικαστικό συμβιβασμό, το οποίο είδα, είναι πολύ κατώτερο των περιστάσεων. Τους λέμε και τώρα. Αντί να ταλαιπωρείτε πολίτες και επιχειρήσεις, πάρτε το δικό μας σχέδιο, υλοποιήστε το, να το συζητήσουμε, διότι αυτό το οποίο πάτε να κάνετε είναι μια τρύπα στο νερό. Αυτά μπορούν να γίνουν και με το υφιστάμενο δημοσιονομικό πλαίσιο. Αλλά είναι πάρα πολύ σημαντικό – και θέλω να το τονίσω αυτό – ότι πρέπει συνολικά ως χώρα να διεκδικήσουμε κάτι καλύτερο.
Τον Απρίλιο του 2016, μίλησα στη Βουλή, για πρώτη φορά για την ανάγκη, η χώρα συστρατευμένα, να διεκδικήσει μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων από το 3,5% στο 2%. Τότε με χλεύασε ο κ. Τσίπρας. Σήμερα, καταλαβαίνουμε, όμως, πόσο περιοριστική είναι αυτή η δημοσιονομική πολιτική στην οποία έχουμε εγκλωβιστεί. Αλλά για να μπορέσουμε να διαπραγματευτούμε μια μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος, πρέπει και εμείς να είμαστε συνεπείς στις δικές μας υποχρεώσεις. Ποιες είναι οι δικές μας υποχρεώσεις; Να υλοποιήσουμε ακριβώς αυτές τις περιβόητες διαρθρωτικές αλλαγές για τις οποίες τόσος λόγος γίνεται και για τις οποίες η Κυβέρνηση αρνείται πεισματικά, για λόγους ανικανότητας ή ιδεοληψίας, να υλοποιήσει. Και πολλές από τις διαρθρωτικές αυτές αλλαγές - θα το επαναλάβω - δεν έχουν δημοσιονομικό κόστος. Π.χ. Το να δώσεις περισσότερη αυτονομία στα σχολεία, δεν έχει δημοσιονομικό κόστος. Το να προχωρήσεις την αξιολόγηση στον δημόσιο τομέα, ώστε να μπορούν να ξεχωρίζουν, επιτέλους, οι πολύ καλοί από τους μέτριους ή από τους κακούς δημόσιους υπαλλήλους, δεν έχει δημοσιονομικό κόστος. Μια τολμηρή μεταρρύθμιση στη Δικαιοσύνη δεν έχει δημοσιονομικό κόστος. Αλλά αυτές οι αλλαγές, όλες μαζί και πολλές άλλες, θα συγκροτήσουν ένα συνολικό σχέδιο για τη χώρα, το οποίο θα κάνει, όχι απλά τη ζωή των πολιτών καλύτερη, αλλά θα πείσει και τους πιστωτές μας ότι είμαστε σοβαροί, ότι αποκτούμε την ιδιοκτησία των μεταρρυθμίσεων. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις πιστεύω ότι ως χώρα μπορούμε να διεκδικήσουμε κάτι καλύτερο από αυτό που έχουμε πετύχει στο μέτωπο των πρωτογενών πλεονασμάτων.
Κυρίες και κύριοι,
Μετά από 7 χρόνια έχει έρθει πραγματικά η ώρα στη χώρα να κάνουμε μια καινούρια αρχή. Ο λαϊκισμός δοκιμάστηκε στην Ελλάδα. Στην τελευταία του μορφή ηττήθηκε στην πράξη. Ήταν πολύ επώδυνη η σύγκρουση των φαντασιώσεων με τα βράχια της πραγματικότητας. Και ταυτόχρονα, η ελληνική κοινωνία έχει ωριμάσει. Το πιστεύω βαθιά αυτό. Και πιστεύω ότι αυτό δημιουργεί τη βασική προϋπόθεση για να κάνουμε ένα μεγάλο βήμα μπροστά.
Δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία μας που έχουμε αντιμετωπίσει πολύ μεγάλες εθνικές κρίσεις. Υπάρχει μια παράδοση στην Ελλάδα, μεγάλες καταστροφές να τις διαδέχονται θρίαμβοι και μετά άλλες καταστροφές. Έχουμε, όμως, δίδαγμα από τις παλαιότερες γενιές για το πώς μπόρεσαν να ξεπεράσουν κρίσεις μεγαλύτερες από αυτές τις οποίες αντιμετωπίζετε σήμερα. Και αυτό πρέπει να κάνουμε. Να κοιτάξουμε με κριτική ματιά στο παρελθόν, να πάρουμε δύναμη από αυτά τα οποία έκαναν άλλοι, και κυρίως να πιστέψουμε στις δικές μας δυνατότητες συνολικά ως χώρα. Δεν αρκεί να πιστεύουμε μόνο εμείς οι πολιτικοί, πρέπει όλοι μας να πιστέψουμε στις δυνατότητές μας. Να κάνουμε αυτόν τον σπουδαίο τόπο, πράγματι έναν πολύ καλύτερο τόπο για εμάς και για τα παιδιά μας. Πιστεύω ότι θα την κερδίσουμε αυτήν τη μάχη. Αλλά θα την κερδίσουμε πρωτίστως με τη δύναμη της αλήθειας. Λέγοντας την αλήθεια στους πολίτες. Και θα την κερδίσουμε - αγαπητέ πρόεδρε και τελειώνω με αυτό - με τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, εσάς δηλαδή στην πρώτη γραμμή της μάχης.
Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.
Ομιλία του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκου Μητσοτάκη στον Σύνδεσμο Βιομηχανιών και Επιχειρήσεων Ηλεκτρικών Συσκευών
07/03/2017 - 10:48